Δεν έζησα ποτέ μια μονολεκτική ζωή. Οι εξηγήσεις έλυναν τις παρεξηγήσεις, οι ερμηνείες έλυναν τις απορίες. Ήτανε πάντα ένας κόσμος που περίμενε να αποκωδικοποιηθεί.
Στην αρχή δεν μίλαγα πολύ. Στο σπίτι μας είχαμε μάθει ότι τα λόγια είναι για τις οδηγίες, άρα οι λέξεις δίνουν τις πρακτικές λύσεις. Αλίμονο αν οι προτάσεις φθείρονταν εκφράζοντας συναισθήματα.
Έτσι, ο λόγος έγινε υπόγεια μια επαναστατική πράξη. Μέσα από τις λέξεις άνοιγε η πύλη για τις αισθήσεις, οι συζητήσεις ήτανε άφοβες βουτιές στον άγνωστο ψυχισμό και οι στίχοι των τραγουδιών ήταν οι πινακίδες που οδηγούσαν στο αύριο. Αν μιλούσαμε ή τραγουδούσαμε, τίποτα δεν θα έμενε το ίδιο. Οι περιφραστικές συντάξεις των προτάσεων έκαναν τα ρολόγια να γυρίζουν.
Όταν οι λέξεις άρχισαν να ρέουν άφοβα, τα όνειρα άρχισαν να έρχονται ολοένα και πιο κοντά. Αυτό ξαφνικά έκανε το παρόν απρόσμενα πολύτιμο. Όλα έχουν αξία στο τώρα αν δεν προσπαθείς να δραπετεύσεις από αυτό.
Μέσα από τον χώρο που πάντα καταλάμβαναν, οι λέξεις μού έδωσαν χώρο να ελιχθώ, να βρω νόημα, με χόρτασαν, μου έσ(τρ)ωσαν τη ζωή.
Μερικές φορές, όμως, όταν τα δέντρα ή τα σύννεφα καθρεφτίζονται στο τζάμι ενός οχήματος που δεν είμαι καθόλου σίγουρος ποιος οδηγεί, κρύβω τις λέξεις εκεί όπου δεν θα μπορέσουν να σπάσουν τη σιωπή, γιατί χρειάζομαι να απολαύσω το τώρα. Ένα τώρα που δεν είμαι σίγουρος ότι είναι αυτό που κάλεσαν ή προανήγγειλαν οι λέξεις μου, αλλά είναι εξίσου πολύτιμο με κάθε άλλο τώρα, και μαθαίνω να το σφίγγω πάνω στο στήθος μου.
Όταν τα δέντρα ή τα σύννεφα καθρεφτίζονται στο τζάμι μου, την ώρα που η ζώνη μου κάνει το κλικ και τίποτα δεν μπορεί πια να είναι μονοδιάστατο, το παρόν έχει μια αμυδρή λάμψη ονείρου.